Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

"...ύστερα ήρθαν οι μέλισσες"

Αρχαία Μακύνεια (8 και 9/9) για τις ετήσιες θεατρικές παραστάσεις, που είναι αφιερωμένες στη διάσωση και την ανάδειξη αυτού του υπέροχου θεάτρου


Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Η αξιοποίηση των φάρων ως μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς

Ο φάρος του Αντιρρίου κατασκευάστηκε το 1880.
Το ύψος του πύργου του ειναι 9 μέτρα και τό εστιακό
 του ύψος είναι 15 μέτρα.
 Βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού πάνω σε έναν
κυλινδρικό πύργο στο κάστρο του Αντιρρίου
ακριβώς εκεί που δένουν τα πλοία
.


με αφορμή την παγκόσμια ημέρα φάρων 


Περίπου 150 παραδοσιακοί πέτρινοι φάροι στέκουν ακόμη όρθιοι σε νησιά, βραχονησίδες, ακρωτήρια - σήμα κατατεθέν της Ελλάδας και πρεσβευτές της ναυτικής της παράδοσης. Κατασκευάστηκαν από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά οι περισσότεροι εξ αυτών καταστράφηκαν και άρχισαν να επισκευάζονται μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποτελούν παραδοσιακά μνημεία με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική κατασκευή, που εξακολουθούν να συμβάλλουν στην εύπλοια και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
οι πέτρινοι παραδοσιακοί φάροι αποτελούνται από τον πύργο, στην άκρη του οποίου υπάρχει η λάμπα, και δίπλα βρίσκεται το «φαροσπίτι», η κατοικία του φαροφύλακα. Πλέον, ελάχιστοι φάροι είναι επανδρωμένοι ή επιτηρούμενοι από φαροφύλακες. Αντ’ αυτών υπάρχουν περίπου 2.000 φωτοσημαντήρες, ένα είδος «φανοστάτη της θάλασσας», οι οποίοι αντικατέστησαν τους παραδοσιακούς φάρους. Συνολικά, η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα φαρικά δίκτυα στον κόσμο.

Οι πέτρινοι φάροι αποτελούν παραδοσιακά μνημεία και γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολη η συντήρησή τους. Πόσω μάλλον που κατά την πρώτη τους επισκευή, μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί έχασαν τον αρχικό τους χαρακτήρα καθώς χρησιμοποιήθηκαν «ανοίκεια» υλικά (π.χ., τσιμέντο, σκυρόδεμα). 

η αναστύλωση του κάστρου του Αντιρρίου τη
δεκαετία 2000 απο το Υπ Πολιτισμού
συμπεριέλαβε και την αποκατάσταση
του πέτρινου Φάρου
Οι πρώτες αναφορές κατασκευής και λειτουργίας πυρσών στην ελληνική αρχαιότητα, ανήκουν στα Ομηρικά έπη, όπου αναφέρεται ότι σε κορυφές πύργων, λόφων ή τοπικών γήινων εξάρσεων, άναβαν εύφλεκτες ύλες προς διευκόλυνση της ναυσιπλοΐας, δηλαδή δημιουργούσαν «πρωτογενείς» φάρους.
Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές, πριν τον διάσημο φάρο της Αλεξάνδρειας, υπήρξαν φάροι έναντι της άκρας του ακρωτηρίου της Έλλης (φάρος Σιγείου), στη La Corunna (Λα Κορούνια) Ισπανίας (Πύργος του Ηρακλέους) και στον Πειραιά.


Η ονομασία «Φάρος» θεωρείται ότι προέρχεται από το όνομα της νησίδας «Φάρος» πλησίον της Αλεξάνδρειας, επί της οποίας τον 3ο π.Χ. αιώνα κατασκευάστηκε ο ομώνυμος φάρος από τον περιώνυμο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο.Ο «Φάρος της Αλεξάνδρειας», ήταν ο πλέον φημισμένος φάρος της αρχαιότητας και ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Η ανέγερση του φάρου ξεκίνησε υπό την βασιλεία του Πτολεμαίου Α΄ του Σωτήρα και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχο του Πτολεμαίο Β΄ τον Φιλάδελφο. Το ύψος του «πύργου» ήταν 156,9 μέτρα και αποτελούσε το υψηλότερο κτίσμα της αρχαιότητος ενώ η φωτοβολία του ήταν 30 ναυτικά μίλια. Κατά την διάρκεια της ημέρας, «αναδύετο» πυκνός καπνός από την κορυφή του πύργου ο οποίος βοηθούσε τα πλοία να χαράξουν πορεία προς το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Δυστυχώς, μετά από τους τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796 π.Χ., το 1303 μ.Χ. και το 1323 μ.Χ, καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα ερείπια του φάρου αναγέρθηκε στη θέση του το φρούριο Tabiyat Qayt-bay ή Bourdj- az-Zafar.


Ο φάρος του Αντιρρίου με το σπιτάκι
του φαροφύλακα προ της ζεύξης
του στενού 
Για την κατασκευή/ ύπαρξη «πυρσών» στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ελάχιστα είναι γνωστά. Πέραν του έμπρακτου ενδιαφέροντος του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ (491- 518) στην επισκευή του φάρου της Αλεξάνδρειας, στη περίοδο αυτή αναφέρονται μόνο τρεις φάροι: ένας στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, απέναντι από τις Συμπληγάδες, ο φάρος της Κωνσταντινουπόλεως και ο φάρος στο Πανί στην ακτή της Προποντίδας.
Θεωρείται ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι υπάρχοντες φάροι λειτουργούσαν όπως στην αρχαιότητα, δηλαδή με καύση ξύλου, άνθρακα ή φυτικών ελαίων και χρήση ρητινωδών ουσιών.
Αργότερα τα φωτιστικά μηχανήματα λειτουργούσαν με κοινό έλαιο και πετρέλαιο, ενώ πάντα αναζητούνταν μέθοδοι βελτίωσης τους. Εξ άλλου, αυτό επέβαλε και η πληθώρα των υφάλων, βραχονησίδων και σκοπέλων, που για πολλά κράτη δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα προσεγγίσεως και εφοδιασμού των φάρων και συνεπώς και αναπτύξεώς τους. Έτσι, αναζητούνταν λύσεις στο πρόβλημα αυτό, ώστε να εξευρεθούν μηχανήματα που θα λειτουργούν και θα εκπέμπουν «φωτεινά σημάδια», συνεχώς και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, άνευ της συνεχούς παρουσίας ανθρώπου.
Έτσι, εφευρέθηκαν οι αυτόματοι πυρσοί ασετιλίνης, τα φωτιστικά μηχανήματα των οποίων ήσαν απολύτως ασφαλή, λειτουργούσαν μόνο κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν απαιτούσαν κτιριακή εγκατάσταση (μόνο μικρή βάση από σκυροκονίαμα), ούτε συνεχή παρουσία φαροφυλάκων και περιόριζαν πολύ τη δαπάνη εγκαταστάσεως και λειτουργίας τους, επιφέροντας σημαντικές και ουσιώδεις βελτιώσεις στο πρόγραμμα αναπτύξεως του φαρικού δικτύου.
Σήμερα, τα φωτιστικά μηχανήματα όλων των πυρσών λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια που τους παρέχεται είτε μέσω Φ/Β συστημάτων, είτε από το δίκτυο της ΔΕΗ. 

 ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΑΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ
Σύμφωνα με κάποιες ιστορικές πηγές, φάροι υπήρξαν πολύ πριν από το 1650 στο Αρχιπέλαγος του Αιγαίου, στο Μυρτώο και στο Κρητικό πέλαγος και συγκεκριμένα στα σημαντικότερα λιμάνια της εποχής, όπως στη, Χίο (1420) Μυτιλήνη (1782), Ρόδο (1490) και στη Μεθώνη.
Την εποχή της τουρκοκρατίας, το πλέον βέβαιο είναι ότι δεν υπήρξαν πυρσοί στις Ελληνικές ακτές. Αυτό ισχυροποιείται και από το γεγονός ότι την εποχή αυτή, οι συνθήκες διαβιώσεως των Ελλήνων και ο φόβος της πειρατείας στα νησιά και γενικά στις παράκτιες περιοχές, αποτέλεσαν ισχυρούς αποτρεπτικούς παράγοντες στην κατασκευή ή/και στην λειτουργία φάρων.
Οι περισσότεροι πυρσοί κατασκευάστηκαν μεταξύ του 1822 και του 1910.
Από το 1822, η Μεγάλη Βρετανία, υπό την προστασία της οποίας τελούσε η Ιόνιος Πολιτεία, είχε μεριμνήσει με συστηματικό σχεδιασμό για την κατασκευή Φάρων σε επιλεγμένες θέσεις των Ιονίων νήσων. Έτσι ιδρύθηκαν οι Φάροι: Φρούριο Κερκύρας/1822, Βαρδιάνοι Αργοστολίου/1824, Λάκκα και Μαντόνα Παξών/1825, Καπαρέλι και Άγιοι Θεόδωροι Αργοστολίου/1828, Στροφάδες/1829 και Κρυονέρι Ζακύνθου/1832. Οι Φάροι αυτοί, αργότερα, κληρονομήθηκαν στο Ελληνικό κράτος από τους Άγγλους με την προσάρτηση των Επτανήσων στην Ελλάδα (1863).
Ο πρώτος φανός του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, άναψε το 1829 ή το 1830 στο λιμάνι της Αίγινας, όταν ο Καποδίστριας ανακήρυξε την Αίγινα Πρωτεύουσα της Ελληνικής Πολιτείας (εκκλησάκι Αγ. Νικολάου Θαλασσινού), ο οποίος για άγνωστη αιτία αργότερα καταστράφηκε.
ο Φάρος της Ψαρομύτας στη γειτονική Φωκίδα
αρκετοί Αντιρριωτες φαροφύλακες πέρασαν
και από εκεί 
Το 1831, λειτούργησαν δύο ακόμα πυρσοί, ο ένας στη αριστερή πλευρά του λιμένα της Κέας και ο άλλος στις Σπέτσες.
Η πρώτη συστηματική μέριμνα του κράτους για την οργάνωση του Ελληνικού τότε Φαρικού Δικτύου, έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1834 με αντίστοιχο Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ 4/ «Περί Οργανισμού Λιμενίων Αρχών»), όπου υπεύθυνοι για τη παρακολούθηση και σωστή λειτουργία των πυρσών καθορίσθηκαν οι κατά τόπους Λιμενικές αρχές.
Στη συνέχεια και μέχρι το 1887 κατασκευάστηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία 35 νέοι πυρσοί με πρώτους του φάρους, στη Ψυτάλλεια, στη Φάσσα της Άνδρου και επί της νησίδας «Μανδήλι» (όλοι τους διατηρούνται μέχρι και σήμερα).
Μέχρι το 1887 η Υπηρεσία Φάρων ανήκε από κοινού στο Υπουργείο Εσωτερικών και στο Υπουργείο των Ναυτικών.  Την χρονολογία αυτή το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο αριθμούσε 49 Φάρους (συμπεριλαμβανομένων αυτών της Ιονίου πολιτείας). Μέχρι την περίοδο εκείνη οι θέσεις των φάρων αποφασίζονταν με προσωπική αντίληψη του εκάστοτε διευθύνοντος την Υπηρεσία Φάρων, η οποία στηριζότανε κυρίως σε αιτήσεις των τοπικών πληθυσμών, των διερχομένων ναυτικών, των ναυτιλιακών πρακτόρων των ευρωπαϊκών ατμοπλοϊκών εταιρειών, αλλά και σε περιπτώσεις μεγάλων ναυαγίων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο να μην αναπτύσσεται ως προϊόν συστηματικού συνολικού σχεδιασμού. Έτσι εξηγείται γιατί φάροι δευτερεύουσας σημασίας κτίζονταν νωρίτερα από άλλους που εξυπηρετούσαν το διεθνές θαλάσσιο δίκτυο, όπως για παράδειγμα ο φάρος του Γυθείου ο οποίος κτίστηκε πριν από τους φάρους του Μαλέα και του Ταίναρου.
Το έτος 1887 ορίσθηκε Ελληνική Επιτροπή η οποία εκπόνησε την μελέτη με τίτλο, «Έκθεσις περί του Φωτισμού των Ελληνικών παραλιών». Στη μελέτη αυτή ορίσθηκαν οι κυριότερες γραμμές των πλοίων που πελαγοδρομούσαν (γραμμές πελαγοδρομίας) καθώς και των πλοίων που ακτοπλοούσαν (γραμμές ακτοπλοΐας). Στη συνέχεια οι μελετητές διέτρεξαν αυτές τις γραμμές και όπου κρίθηκε αναγκαίο συμπλήρωσαν την απαίτηση για κατασκευή νέων πυρσών. Έτσι με απόλυτη μεθοδικότητα και αποτέλεσμα καθορίσθηκαν τα σημεία και προτάθηκε η συμπλήρωση του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου με νέους πυρσούς.
Άρχισαν έκτοτε να κατασκευάζονται από το Ελληνικό κράτος νέοι πυρσοί μεταξύ αυτών υπήρχαν και πυρσοί των οποίων τα φωτιστικά μηχανήματα υπερείχαν σε σχέση με άλλους, όπως ο Φάρος «Αρμενιστής» Μυκόνου, ο «Γέρο Γόμπος», νοτιοδυτικά της Κεφαλληνίας και οι μη υφιστάμενοι σήμερα φανοί του λιμένος Κυπαρισσίας, εκβολών του Ευήνου και του αγκυροβολίου της Κορώνης.
Το 1913, με τη προσάρτηση της Μακεδονίας, της Κρήτης και των νήσων του Αιγαίου, προστίθενται στο Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο και άλλοι 18 φάροι που είχαν κατασκευαστεί για λογαριασμό των Τούρκων από Γαλλική εταιρεία.
Μέχρι το 1917 λειτουργούσαν στο Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο, 214 πυρσοί και 38 σταθεροί φανοί. Στα χρόνια του μεσοπολέμου το φαρικό δίκτυο επεκτείνεται και το 1934 αριθμεί 331 πυρσούς, από τους ποίους οι 32 έχουν κατασκευαστεί από την Γαλλική εταιρία «Administration Générale des Phares de l’ Empire Ottoman». 
Ο φάρος της Οξυάς 
κατασκευάστηκε το 1899.
 
  
Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν πλήρως καταστρεπτικός για το Ελληνικό Φαρικό Δίκτυο. Από τους 388 πυρσούς (206 φάροι και 182 φανοί), απομένουν το 1945 να λειτουργούν μόνο 28, εκ των οποίων 19 ήσαν επιτηρούμενοι φάροι. Μετά την απελευθέρωση αρχίζουν οι εργασίες αποκαταστάσεως του κατεστραμμένου Ελληνικού φαρικού δικτύου.
Με την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης του Ελληνικού φαρικού δικτύου, στα τέλη του 1953 αριθμούνται 445 πυρσοί, από τους οποίους οι 94 ήταν επιτηρούμενοι.
Από το 1980 η Υπηρεσία Φάρων άρχισε τη μελέτη και σταδιακή αντικατάσταση των μέχρι τότε παλαιών φωτιστικών μηχανισμών με σύγχρονους ηλεκτρικούς ή ηλιακούς (φωτοβολταϊκά συστήματα), ενέργεια που ολοκληρώθηκε το 1998.
Σήμερα, όλοι οι πυρσοί του Ελληνικού Φαρικού Δικτύου λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια, η οποία τους παρέχεται είτε από το δίκτυο της ΔΕΗ, είτε με μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική, με τη χρήση αυτόματων φωτοβολταϊκών συστημάτων, όπως προαναφέρθηκε.
Η Υπηρεσία Φάρων, είναι ο αρμόδιος κρατικός φορέας που έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία εγκατάστασης και λειτουργίας, του συνόλου πυρσών του Φαρικού Δικτύου της Χώρας στα πλαίσια ασφάλειας της ναυσιπλοΐας.
Μέχρι σήμερα, το Ελληνικό φαρικό δίκτυο δεν έχει σταματήσει να επεκτείνεται, με αποτέλεσμα σήμερα να περιλαμβάνει περισσότερους από 1300 πυρσούς, από τους οποίους οι 120 είναι λιθόκτιστοι φάροι και από αυτούς οι 34 έχουν χαρακτηρισθεί ως Ιστορικά Διατηρητέα Μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

πηγή :http://www.faroi.com/list_gr.htm
            Πολεμικό Ναυτικό Υπηρεσία φάρων