ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40 ΣΤΟ ΑΝΤΙΡΡΙΟ

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40 ΣΤΟ ΑΝΤΙΡΡΙΟ
Η κα Δώρα Ελευθεράκη -Ταμπάκη είναι Νηπιαγωγός στο Αντίρριο
 επικεφαλής του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου
Σήμερα είναι υποψήφια Δημοτική Σύμβουλος ΑΝΤΙΡΡΙΟΥ
 στο ψηφοδέλτιο ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΤΗ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑ
 του υποψ.Δημάρχου Θ.ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗ
Γράφει η  κα ΔΩΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗ -ΤΑΜΠΑΚΗ  Νηπιαγωγός
(το κείμενο εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων του Δήμου Αντιρρίου για την επέτειο της 28 Οκτωβρίου του 40  ως ο πανηγυρικός της ημέρας,την ίδια μέρα του 2010) 

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι φορτισμένη με τη συγκίνηση που αναβλύζει από την ανάμνηση ενός ένδοξου παρελθόντος. Παρελθόντος που δεν πρόκειται να λείψει από τις σκέψεις μας όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Στη σημερινή εορταστική ομιλία μου θα φέρω στη μνήμη των παλαιότερων εικόνες από το Αντίρριο το 1940 και θα αφηγηθώ γεγονότα από την περίοδο της κατοχής όπως τα έζησαν οι κάτοικοι του Αντιρρίου. Έντονα βιώματα του πολέμου ΄, που τα έζησαν σε μια ηλικία που δεν υπήρχε η σημερινή εμπειρία ούτε οι γνώσεις. Θα είναι μια μικρή αναδρομή , μια πραγματική ιστορία , τα δικά μας βιώματα, η δική μας ιστορία.

παλαιό Αντίρριο
Τα λιγοστά σπίτια του χωριού ήταν κατά μήκος του κεντρικού δρόμου και το ένα κολλητά με το άλλο. Οι κάτοικοι ήταν σχεδόν συγγενείς. Σκηνές ειρηνικές εκτυλίσσονταν κάθε μέρα, όμορφες , ρομαντικές, όπως η σύναξη των γερόντων στην «Πόρτα». Εκεί σε ένα πλάτωμα δίπλα στη φόσα μαζεύονταν οι γέροι και κουβέντιαζαν, ώρες φθινοπωρινές, ώρες γαλήνης.

Εκείνο όμως το απόγευμα της 27ης Οκτωβρίου τα προαισθήματα δεν ήταν καλά, τα στόματα βουβά, τα πρόσωπα προβληματισμένα.

Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου 1940. Οι σειρήνες του πολέμου ουρλιάζουν δαιμονισμένα. Οι καμπάνες ηχούν. ΠΟΛΕΜΟΣ.

Ένα ρίγος διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου όλα τα παιδιά του χωριού ήταν στο σχολείο που βρισκόταν κοντά στην εκκλησία. Άκουσαν το βόμβο των αεροπλάνων και το βομβαρδισμό που έκανα οι Ιταλοί στην Πάτρα. Όλα τα παιδιά βγήκαν στην αυλή και παρακολουθούσαν προς τη θάλασσα το βομβαρδισμό. Ο δάσκαλος , ο Ρήγας, ανήγγειλε στα παιδιά ότι η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο. Το χωριό ήταν αναστατωμένο γιατί είχε φτάσει το μήνυμα της επιστράτευσης. Όλοι οι στρατευόμενοι έπρεπε να παρουσιαστούν εκεί που είχε οριστεί για τον καθένα.

Το ΄40 , μέσα στην κατοχή , οι χωριανοί αντιμετώπισαν την πείνα λίγο πολύ με καρτερία και ανοχή.

Στον πόλεμο πήραν τα άλογα για το στρατό και οι κάτοικοι δεν καλλιέργησαν εκείνο το χρόνο τα χωράφια.

Έτσι έμειναν χωρίς γεννήματα στάρι καλαμπόκι και επομένως χωρίς ψωμί. Τα κηπευτικά και τα ψάρια όπως και το γάλα ήταν αυτά που βοήθησαν στην επιβίωση. Στα χρόνια της κατοχής συνέβησαν πολλά περιστατικά και η ζωή των κατοίκων έχει εικόνες και δραστηριότητες που προσδιορίζουν τη νοοτροπία και τις αντιδράσεις των χωριανών.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στην Αλβανία όταν τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί επετέθησαν στην Ελλάδα, όλα τα παιδιά που είχαν επιστρατευθεί γύρισαν στο χωριό εκτός από δύο, τον Τάκη Κατσαούνη και τον Γιάννη Σίψα-Τσεκούρα. Ο Γιάννης Τσεκούραςσκοτώθηκε στο Αηδονοχώρι και άφησε ορφανά 4 παιδιά. . Ήταν πάνω σε ένα δέντρο για να δίνει τις συντεταγμένες που θα ρίξουν τις οβίδες. Παρά τις εντολές του αξιωματικού του παρέμεινε στο πόστο του. Ο όλμος που έπεσε εκεί τον σκότωσε. Βαριά τραυματισμένος γύρισε ο Σπύρος Ασημακόπουλος. Είχε χάσει το ένα του μάτι και στο πρόσωπο του φαίνονταν έκδηλα ίχνη από τα θραύσματα οβίδας. Από τον πόλεμο γύρισε και ο Γεώργιος Δημόπουλος γνωστός ως Πετράκιας. Στο Βοθρωτό Αλβανίας πέρασε ένα έλος με μόνη του φροντίδα και έγνοια το όπλο του γι΄αυτό και το κρατούσε ψηλά . Για τον ίδιο δεν τον ένοιαζε. Σήμερα είναι μαζί μας κοντά μας ως τελευταίος επιζων από τον πόλεμο του 1940.

Ήταν μέρες του Πάσχα που οι Γερμανοί κατέλαβαν όλη την Ελλάδα. Στο χωριό το Πάσχα εκείνο δεν γιορτάστηκε όπως τα προηγούμενα χρόνια. Δεν έψησαν αρνιά και δεν έγιναν χοροί το απόγευμα μετά την Αγάπη όπως συνηθιζόταν. Περίμεναν οι χωριανοί να φανούν τα στρατεύματα κατοχής.

Γερμανικά στουκας σε δράση
Τη Δευτέρα του Πάσχα 30 στούκας βομβάρδισαν την Πάτρα. Την άλλη μέρα βομβάρδισαν ένα βαπόρι που είχε προσαράξει στα ρηχά στο Αλωνάκι. Το βαπόρι κάθισε με την πρύμνη του βουλιαγμένη.

Άρχισαν σιγά-σιγά να συνειδητοποιούν τον πόλεμο, τον κίνδυνο και ένιωσαν μέσα στο αίμα τους το φόβο του πολέμου. Σε λίγες μέρες κατέφτασαν οι Γερμανοί στο χωριό, ένας μικρός αριθμός στρατιωτών με μοτοσικλέτες και καμιόνια. Εκείνες τις μέρες έρχονται και από το Αλβανικό μέτωπο στρατιώτες μας που ήθελαν να περάσουν στη Πελοπόννησο. Οι γυναίκες του χωριού τους έδιναν καθαρά ρούχα και τα δικά τους τα έβαζαν σε καζάνι με νερό και τα έβραζαν για να τους ξεψειρίσουν. Τη νύχτα τους περνούσαν οι χωριανοί με τις βάρκες τους στην Πελοπόννησο.

Προς το καλοκαίρι ήρθαν στο χωριό κατοχικά στρατεύματα, Ιταλικά, και εγκαταστάθηκαν στ’ Αλώνια και κυρίως εκεί που είναι τώρα το Δημαρχείο. Είχαν επιτάξει και σπίτια όπως του Μπανάκα όπου ήταν οι μελανοχιτώνες, του Θωμά Ασημακόπουλου και το παλιό δημοτικό.

Οι Ιταλοί ως στρατός κατοχής πλην των μελανοχιτώνων δεν εμφάνιζαν τυραννικές συμπεριφορές.

Είχαν μαγειρεία στο χώρο του σπιτιού του Καλιαντίνι και δέχονταν τα μικρά παιδιά του χωριού να μπαίνουν στη σειρά μετά τους στρατιώτες και να τους δίνουν φαγητό. Οι Ιταλοί στο χωριό έμειναν μέχρι την κατάρρευση τους.

Στην περίοδο της Κατοχής διασκέδαση δεν υπήρχε. Όμως στο κατώι της Κουμπουρλοκώσταινας είχε δημιουργηθεί μια υποτυπώδης ταβέρνα. Εκεί τα βραδάκια ο Κουτρουπάνος με το κλαρίνο του και ο Κραβαρτόμητρος με το λαούτο του διασκέδαζαν όσο γινόταν τους συγχωριανούς. Ο Γιώργος ο Μούχας, ο Θανασούλας, ο Πετράκιας απ’ τους πιο γνωστούς θαμώνες.

Ο ελληνικός λαός μέσα από τα συντρίμμια του βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί. Στέκεται όρθιος, γενναίος και περήφανος. Τη Ρωμιοσύνη μη την κλαίς… ο λαός ξεσηκώνεται και γράφει καινούργιο έπος, το έπος της εθνικής αντίστασης. Το καλοκαίρι του 1943 κάθε μέρα μια γερμανική περίπολος από μια διμοιρία έκανε το δρομολόγιο Μεσολόγγι-Ναύπακτος, για να ελέγχει τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και τυχόν καταστροφές του οδικού δικτύου στις γέφυρες και στη Γαλαρία που υπήρχε στη Παλιοβούνα.

Μερικοί αντάρτες του ΕΛΑΣ που γνώριζαν τα δρομολόγια των Γερμανών, μια μέρα έστησαν ενέδρα κοντά στη γαλαρία, για να χτυπήσουν την γερμανική φάλαγγα. Μόλις πλησίασε οι αντάρτες έριξαν μερικούς πυροβολισμούς χωρίς φονικά αποτελέσματα και ύστερα εξαφανίστηκαν.

Οι Γερμανοί που αιφνιδιάστηκαν, πήδηξαν απ’ τα αυτοκίνητα τους, ακροβολίστηκαν και αντέδρασαν με πυροβολισμούς πολυβόλων χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν θύματα και από την πλευρά των ανταρτών. Μετά το τέλος του επεισοδίου, οι Γερμανοί ανασυντάχτηκαν και είδαν ότι έλειπε ένας γερμανός στρατιώτης, ο οποίος είχε φοβηθεί και είχε τρέξει προς τη θάλασσα για να σωθεί. Αγριεμένοι ήλθαν στο Αντίρριο για αντίποινα. Έστησαν 3 πολυβόλα: 1 στη κεντρική είσοδο του χωριού, στη «Πόρτα» και τ’ άλλα δύο στις παραλιακές τάπιες.

Άρχισαν να πυροβολούν και να τρομοκρατούν τους κατοίκους και με κραυγές και φοβέρες μπήκαν στα σπίτια και μάζεψαν όλους τους άντρες του χωριού, 50 άτομα περίπου, από 15 ετών και άνω. Με σπρωξιές και χτυπήματα τους έβαλαν σε ένα φορτηγό προκειμένου να τους οδηγήσουν σε εκτέλεση. Ευτυχώς την τελευταία στιγμή παρουσιάστηκε ο γερμανός στρατιώτης και έτσι γλίτωσε το χωριό από μια τραγωδία ανάλογη με αυτή των Καλαβρύτων.

Δυστυχώς όμως λίγες μέρες αργότερα, στις 13 Ιουλίου οι αντάρτες έστησαν ενέδρα στους Γερμανούς. Αυτή τη φορά η ενέδρα στήθηκε μέσα στη Ρίζα στο σπίτι του Ανδρεόπουλου. Στην ενέδρα αυτή σκοτώθηκε ένας Γερμανός και αυτοί για αντίποινα σκότωσαν όσους βρήκαν. Μεταξύ των άλλων σκοτώθηκαν ο Κώστας Λάππας και ο Μιχάλης Γίδας. Άλλοι 25 συνελήφθησαν. Αρχές Σεπτέμβρη του 1944, ημέρα Κυριακή, οι Γερμανοί βομβάρδισαν το χωριό με κανόνια από το Ρίο. Οι οβίδες δεν έπεσαν μέσα στο χωριό, γιατί όπως έλεγαν τότε στάθηκε εμπόδιο το κάστρο. Την άλλη μέρα το πρωί βομβάρδισαν πάλι και μετά από καμιά ώρα αποβιβάστηκαν στην περιοχή Μπασκήνας. Έμειναν 23 μέρες. Τους ανακάλυψαν τα συμμαχικά στρατεύματα και ένα απόγευμα άρχισαν να τους βομβαρδίζουν με ρουκέτες. Οι χωριανοί, όσοι μπόρεσαν πήγαν κ κρύφτηκαν στο κάστρο, γιατί οι Άγγλοι βομβάρδιζαν και μέσα στο χωριό. Στου Μαντέλου που καζάνευαν για ρακί, νομίζοντας πως είναι Γερμανικά μαγειρεία, δεν έμεινε τίποτα όρθιο.

Φαίνεται όμως πως ο Μουσολίνι δεν ξέρει καλή ιστορία. Δεν ξέρει πως τούτος ο λαός -ο μικρός, ο μέγας- γέννησε και ανάθρεψε ήρωες.

Την άλλη μέρα το πρωί οι Γερμανοί είχαν φύγει από το χωριό, εγκαταλείποντας και το βαρύ οπλισμό τους.

Αρκετοί από αυτούς που ήταν τότε τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου με δάσκαλο τους τον κ. Ρήγα, είναι ακόμα ανάμεσα μας, πιο μεγάλοι σε ηλικία αλλά με έντονα τα βιώματα του πολέμου. Σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους αλλά και σ’ αυτούς που δεν είναι πια στη ζωή, κυρίως όμως στους άξιους και γενναίους συμπολίτες μας, που έδωσαν τη ζωή τους, σ’ όλους αυτούς τους γενναίους υπερασπιστές της ελευθερίας, αφιερώνω τη σημερινή ομιλία μου ως ελάχιστο φόρο τιμής.-

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ένας σπουδαίος Έλληνας : ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Στην μπρίζα....και τα ferry-boat με την «Μπλε Οικονομία»